Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Βροχή

Ξυπνώ, αλλά στριφογυρίζω στα σεντόνια, ελπίζοντας να κλέψω από τον γερο-Μορφέα ένα συμπλήρωμα ύπνου. Δεν κοιτάζω την ώρα. Το γύρω ημίφως θυμίζει εξήμιση, πάνω κάτω. Νωρίς είναι, αλλά μπορώ να σηκωθώ και να διαβάσω κάτι. Όσο να το διαπραγματευθώ με τον νυσταλέο εαυτό μου, οι κεραίες μου πιάνουν ξυπόλητα προσεκτικά βήματα να απομακρύνονται. Το έτερον ήμισυ βγαίνει ακροποδητί και κλείνει πίσω του την πόρτα. Ασ’ τον να κοιμηθεί, θα λέει. Της δίνω τον απαραίτητο χρόνο για την πρωινή ετοιμασία, σηκώνομαι κι εγώ. Το φως δεν έχει αλλάξει, μάλλον θα κοντεύει εφτά. Κατευθύνομαι προς το καθιστικό: εκείνη είναι έτοιμη. Ανταλλάσσουμε καλημέρες. Τι ώρα είναι; Κοιτάζω το παράθυρο πριν δω το ρολόι: βρεγμένα έξω, μουντός ουρανός , απροσδιόριστος ο χρόνος. Οχτώ παρά δέκα. Πώς μας ξεγελάει το φως… Κι εγώ νομίζω ότι ξύπνησα χαράματα.
     Φεύγει εκείνη, ξυρίζομαι εγώ, πρόγευμα, λίγη μελέτη, να πηγαίνουμε. Βγαίνοντας για το αυτοκίνητο βλέπω ότι η βροχή πέφτει πλέον κανονικά, με την χαρακτηριστική τυμπανοκρουσία στις λαμαρίνες. Εγγλέζικη ατμόσφαιρα, με πάει χρόνια πίσω, όταν το άκουσμα και το θέαμα ήταν καθημερινό, συνηθισμένο. Πώς μαθαίνει ο άνθρωπος να ζει υπό διαφορετικές συνθήκες… Συχνά αφήνουμε την ψυχή μας να μαυρίσει μόλις λίγο κρυφτεί ο ήλιος. Άλλοι ταξιδεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον βρουν μια-δυο φορές το χρόνο.
     Οι δρόμοι μοιάζουν με ρέματα, τα αυτοκίνητα με ταχύπλοα, οι ρόδες σηκώνουν κύματα μόλις το πόδι βαρύνει λίγο στο γκάζι, κι αλίμονο στους διαβάτες που θα βρεθούν στο διάβα τους. Θέλω να προσκυνήσω την κάρα της Αγ. Παρασκευής στη ρωσική εκκλησία, κι έτσι αλλάζω το συνηθισμένο δρομολόγιο. Θα βρω να σταματήσω; Πόσο θα βρέχει; Θα πάρω ομπρέλα; Ένα σωρό πεζά ερωτήματα για έναν σκοπό που δεν θα έπρεπε να γνωρίζει εμπόδια. Είναι να απορεί κανείς πόσο εύκολα ‘κολλάμε’ αν βγούμε λίγο από τα νερά μας, αν οι συνθήκες αλλάξουν. Αλλού ο κόσμος οδοιπορεί εβδομάδες και μήνες για ένα προσκύνημα. Φτάνω χωρίς δυσκολία, βρίσκω χώρο για στάθμευση ακριβώς δίπλα στην εκκλησία. Δέκα βήματα δρόμος. Η λειτουργία πλησιάζει στο τέλος. Προσκυνώ την κάρα της Αγίας λέγοντας μέσα μου το απολυτίκιό της, φεύγω για τη δουλειά. «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» θα έλεγε και σε μένα ο Κύριος διαβάζοντας τους λογισμούς μου.
     Η βροχή συνεχίζεται αμείωτη. Το νερό κατεβαίνει ποτάμι από το Πανόραμα προς την Πυλαία και πιο κάτω. Τα κύματα συνεχίζουν να σηκώνονται. Φτάνω, σταθμεύω στο υπόγειο πάρκινγκ της κλινικής, στεγνός προχωρώ προς το γραφείο. Ένα φαρδύ καπέλο τραβάει την προσοχή μου στην αναμονή. Όσο να αναρωτηθώ για το ασυνήθιστο θέαμα, η κάτοχός του σηκώνεται και με χαιρετάει με ένα πλατύ και εγκάρδιο χαμόγελο. Είναι μια φίλη αγγλίδα που ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Αλλάζουμε γλώσσα: τον καιρό τον σχολιάζεις καλύτερα στα αγγλικά. «Αγαπώ τη βροχή», λέει με έμφαση, «τα πουλιά που κελαηδούν, τη μυρωδιά του χώματος, τον ήχο της. Μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια!» Συμμερίζομαι τα αισθήματα και τις αναμνήσεις της, και την αποχαιρετώ, σκεπτόμενος πόσο ευγνώμονες είναι κάποιοι άνθρωποι για πράγματα που εμάς μας κάνουν να δυσανασχετούμε.
     Και θυμάμαι τους στίχους του James Whitcomb Riley (1849-1916) που είχα διαβάσει κάπου σαράντα χρόνια πριν, και τους παραθέτω σε δική μου ελεύθερη απόδοση:
«Δεν ωφελεί να γκρινιάζεις και να παραπονιέσαι
Είναι το ίδιο φτηνό κι εύκολο να χαίρεσαι.
Όταν ο Θεός αλλάζει τον καιρό και στέλνει βροχή
Ας είναι η βροχή η επιλογή σου».